Έχω πλέον μάθει να αναγνωρίζω πώς με πλησιάζει ένα συναίσθημα για έναν άνθρωπο και αν αυτό έχει μια κάποια ελπίδα επιβίωσης και εξέλιξης. Να, κάπως έτσι άρχισα να αναλογίζομαι πώς έφτιαξα αυτό το μπλογκ, για ποιόν και για ποιο λόγο το έφτιαξα. Ήταν τότε που άρχισε να δημιουργείται εκείνη η λάθος επιθυμία. Προφανώς, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια άλλη τέτοια τώρα. Θα ήταν ένα μέσο λήθης, κι ένας βέβαιος παράγοντας μετέπειτα ωδίνης. Τι κάνουμε; Κυλάμε, θα έλεγα. Κι αν κυλήσουμε ομαλώς έχει καλώς, αν μας πάρει η κατηφόρα, δε βαριέσαι, τι είχαμε; τι χάσαμε;
Τελικώς, για να μην έχετε αγωνία και με ρωτάτε, να σας πω ότι όσα φάσκελα έριξα στον οριτζινάλε (λέμε τώρα...) τύπο, άλλα τόσα και περισσότερα στην απομίμηση... διότι όταν δεν μας κάνει το ορίτζιναλ τι να κάνουμε τη μαϊμού του;
Κι επειδή το πράγμα έχει από χρόνια θαλασσώσει γενικώς, είπα να γράψω στα παλαιότερα των υποδημάτων μου τη θάλασσα και ό,τι σχετικό της και να πετάξουμε στους ουρανούς... διότι ως γνωστόν... όταν εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα η διαφυγή σου είναι ο αέρας...
Καλή Χρονιά!
Το παράδοξο είναι ότι λες και κάποιος περίμενε ν' ανοίξω την πόρτα για να εμφανιστεί.
Η Ζωή παίζει παιχνίδια μαζί μου και είναι τόσο τρομακτικό...
Ξαναγνωρίζεις τον ίδιο άνθρωπο, ίσως μια "βελτιωμένη έκδοση" σε άλλο σώμα, άλλο όνομα, παρόμοια ζωή.
Και λέει ότι εγώ τον τρομάζω που τόσο αντιλαμβάνομαι τι άνθρωπος είναι... πώς να του εξηγήσω τώρα... τι άνθρωπος είναι... ποιος άνθρωπος είναι για μένα...;
Κενοτάφιο αυτός ο χώρος πλέον. Δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει κάποιος να θρηνήσει, ούτε να ελπίσει.
Απομυθοποιήθηκαν όλα, γκρεμίστηκαν όλα, πλήρη ισοπέδωση.
Ούτε ξέρω γιατί έρχομαι κι αφήνω ένα λουλούδι.
Ίσως από σεβασμό στη μνήμη. Ίσως από κάποιο κατάλοιπο ανοησίας.
Και με είχαν προειδοποιήσει. Και όλα μου τα είχε πει εκ των προτέρων κάποιο ένστικτο.
Αλλά το πιο δυσβάσταχτο μέρος της ιστορίας δεν το έζησα εγώ, καθώς εγώ έζησα μόνο εκείνο το μέρος της ιστορίας που με αφορούσε για το χρονικό διάστημα που με αφορούσε, το πιο δυσβάσταχτο μέρος της ιστορίας το έζησε εκείνος που η ζωή του είναι μονίμως σε μια τέτοια ιστορία.
Και γνωρίζοντας αυτό δεν μπορώ ούτε να λυπηθώ για μένα ούτε να θυμώσω με κανέναν.
Πλέον δεν απαντώ. Έρχονται μηνύματα το ένα μετά το άλλο. Δεν με αγγίζει τίποτα και κανένας.
Κατάφερα να επιβιώσω όταν τη δυσκολότερη στιγμή με εγκατέλειψαν όλοι. Όλοι οι υποτιθέμενοι δικοί μου άνθρωποι.
Οι άγνωστοι συμπαραστέκονται περισσότερο, μα θέλει προσοχή, να προσέξεις να τους αφήσεις μακρινούς και άγνωστους.
Πάντα ήξερα πόσο μειονεκτικά αισθανόσουν.
Το πιο απίθανο ήταν ότι είχες τα πάντα.
Εγώ τίποτα άλλο παρά εσένα στην καρδιά μου.
Τώρα μακριά μου ελπίζω να αισθάνεσαι καλύτερα
κι εγώ από το τίποτα ελεύθερη πια.
Πριν λίγες μέρες σε διάβαζα, μετά από καιρό, όπως κάπου-κάπου ξέρω ότι έρχεσαι και ρίχνεις μια ματιά κι εσύ. Και απ’ τις πρώτες σου λέξεις με πήρες από το χέρι και με πήγες στο Χέρι… την ανάρτηση που είχα κάνει πριν από δυόμιση χρόνια.
Από καιρό δεν αφήνω πουθενά να φανεί καθόλου τι ζω και ήταν σχεδόν τρομακτικό να διαβάζω λίγο πολύ την τρέχουσα ζωή μου από το χέρι σου. Θα μπορούσες αυτό να το γράψεις νωρίτερα, θα μπορούσες να το γράψεις αργότερα, θα μπορούσε να εμφανιστεί κάποια από τις πολλές ημέρες που δεν έρχομαι να σε δω… Αυτή η συγκυρία… αυτή η συγκυρία…